Τεχνικό αγγλικό λεξιλόγιο για βαλβίδες και ηλεκτρομηχανικούς ενεργοποιητές, από εγχειρίδια συντήρησης. Για ελληνόφωνους τεχνικούς και μηχανικούς.
temperature control valve
βαλβίδα ελέγχου θερμοκρασίας
closed position
κλειστή θέση
butterfly plate assembly
διάταξη δίσκου πεταλούδας
to actuate / actuated
ενεργοποιώ / ενεργοποιημένος
electrical motor circuit
κύκλωμα ηλεκτρικού κινητήρα
rotary electromechanical actuator
περιστροφικός ηλεκτρομηχανικός ενεργοποιητής
pre-set mechanical stops
προρυθμισμένοι μηχανικοί αναστολείς (τερματικά)
worm gear sector
τομέας ατέρμονα κοχλία
extreme of travel
ακραίο σημείο της διαδρομής
continuous stall operation
συνεχής λειτουργία σε ακινητοποίηση (stall)
travel limit switches
τερματικοί διακόπτες διαδρομής
slip clutch
συμπλέκτης ολίσθησης
primary worm gear stage
πρώτη βαθμίδα ατέρμονα κοχλία
secondary manual drive stage
δευτερεύουσα βαθμίδα χειροκίνητης κίνησης
output shaft
άξονας εξόδου
final worm stage
τελική βαθμίδα ατέρμονα
manual override
χειροκίνητη παράκαμψη
secondary worm shaft
δευτερεύων άξονας ατέρμονα
actuator housing
περίβλημα ενεργοποιητή
limit switch cam shaft
εκκεντροφόρος άξονας τερματικού διακόπτη
butterfly shaft
άξονας πεταλούδας
integrally connected
ενιαία συνδεδεμένος
synchronization
συγχρονισμός
close limit auxiliary switch
βοηθητικός τερματικός διακόπτης κλεισίματος
remote indicating circuits
κυκλώματα απομακρυσμένης ένδειξης
full closed position
πλήρως κλειστή θέση
open limit auxiliary switch
βοηθητικός τερματικός διακόπτης ανοίγματος
full open position
πλήρως ανοιχτή θέση
depicted
απεικονίζεται
in either (direction)
προς οποιαδήποτε (από τις δύο κατευθύνσεις)
to apply (power)
εφαρμόζω, δίνω (τάση, ρεύμα)
provided with
εφοδιασμένος με
touches (fully)
ακουμπά (πλήρως)
designed for
σχεδιασμένος για
eliminating the use for / eliminates the need for
καταργεί την ανάγκη για
disconnects
αποσυνδέει
so that
ώστε, έτσι ώστε
directly
απευθείας
only
μόνο
is extended through
προεκτείνεται μέσα από
actuates
ενεργοποιεί
integrally
ενιαία, ενσωματωμένα
thus
έτσι, επομένως
insuring / ensures
εξασφαλίζοντας / εξασφαλίζει
regardless of / whether...or
ανεξάρτητα από / είτε...είτε
supplies
τροφοδοτεί, παρέχει
is interrupted
διακόπτεται
whenever
οποτεδήποτε, κάθε φορά που
is supplied
παρέχεται, τροφοδοτείται