45 λέξεις που εμφανίζονται συχνά στα ακαδημαϊκά κείμενα ανάγνωσης του IELTS. Ιδανικό για ερωτήσεις True/False/Not Given και Matching Headings.
advocate
υποστηρίζω, συνηγορώ / υπέρμαχος — to publicly support.
albeit
αν και, έστω και — although.
allege
ισχυρίζομαι (χωρίς απόδειξη) — to claim without proof.
ample
άφθονος, επαρκής — more than enough.
ascribe
αποδίδω (σε μια αιτία) — to attribute to a cause.
attain
επιτυγχάνω, φτάνω — to reach.
bolster
ενισχύω, στηρίζω — to strengthen.
cease
παύω, σταματώ — to stop.
circumvent
παρακάμπτω — to find a way around.
coincide
συμπίπτω χρονικά — to happen at the same time.
compile
συγκεντρώνω, συντάσσω — to collect and put together.
concur
συμφωνώ — to agree.
conducive
ευνοϊκός, που συμβάλλει — making something likely.
conjecture
εικασία — opinion based on incomplete info.
constitute
αποτελώ, συνιστώ — to make up, to be.
contend
ισχυρίζομαι, υποστηρίζω / ανταγωνίζομαι — to argue, to compete.
convey
μεταδίδω (μήνυμα), εκφράζω — to communicate.
denote
δηλώνω, υποδηλώνω — to indicate.
deter
αποτρέπω — to discourage.
disparate
ανόμοιος, εντελώς διαφορετικός — essentially different.
elicit
αποσπώ, προκαλώ (αντίδραση) — to draw out.
encompass
περιλαμβάνω, περικλείω — to include.
engender
γεννώ, προκαλώ — to produce.
exemplify
αποτελώ χαρακτηριστικό παράδειγμα — to be a typical example.
extrapolate
προεκβάλλω, συμπεραίνω από υπάρχοντα δεδομένα — to extend from known data.
feasible
εφικτός — possible to do.
forge
σφυρηλατώ, δημιουργώ με κόπο — to create with effort.
hamper
εμποδίζω, παρεμποδίζω — to hinder.
hence
επομένως, γι αυτό — therefore.
impede
παρεμποδίζω, καθυστερώ — to obstruct.
induce
προκαλώ, ωθώ — to cause.
inherent
εγγενής, σύμφυτος — existing as a natural part.
intrinsic
εσωτερικός, ουσιώδης — belonging naturally.
negate
ακυρώνω, αναιρώ — to nullify.
notwithstanding
παρά, παρ όλα αυτά — despite.
paramount
υψίστης σημασίας — most important.
pertinent
σχετικός, συναφής — relevant.
preclude
αποκλείω, προλαμβάνω — to prevent.
presume
υποθέτω, θεωρώ δεδομένο — to assume.
refute
αντικρούω, ανασκευάζω — to prove wrong.
render
καθιστώ / παρέχω — to cause to be.
stem from
πηγάζω από, προέρχομαι από — to originate from.
underscore
υπογραμμίζω, τονίζω — to emphasize.
warrant
δικαιολογώ — to justify.
yield
αποδίδω, παράγω / υποχωρώ — to produce, to give way.