60 καθημερινές αγγλικές εκφράσεις για συναισθήματα, σχέσεις και επικοινωνία, εξηγημένες στα ελληνικά.
"To be caught off guard"
Με πιάνουν απροετοίμαστο: ξαφνιάζομαι από κάτι που συμβαίνει απότομα.
"To have mixed feelings"
Έχω ανάμεικτα συναισθήματα: νιώθω αντικρουόμενα πράγματα (π.χ. ενθουσιασμό και άγχος) για μια κατάσταση.
"To roll with the punches"
Προσαρμόζομαι στις δυσκολίες: αντιμετωπίζω με ευελιξία τις δύσκολες ή μεταβαλλόμενες συνθήκες.
"To be cautiously optimistic"
Είμαι συγκρατημένα αισιόδοξος: ελπίζω σε καλό αποτέλεσμα, αλλά έχω υπόψη τους κινδύνους.
"To feel completely overwhelmed"
Νιώθω εντελώς πνιγμένος: η κατάσταση μου φαίνεται υπερβολικά έντονη ή δύσκολη για να τη διαχειριστώ.
"To be at a loss for words"
Μένω άφωνος: είμαι τόσο σοκαρισμένος, συγκινημένος ή έκπληκτος που δεν ξέρω τι να πω.
"To get cold feet"
Κάνω πίσω την τελευταία στιγμή: νιώθω ξαφνικό άγχος ή δισταγμό πριν από μια μεγάλη δέσμευση.
"To put your mind at ease"
Ησυχάζω (κάποιον): σταματώ να ανησυχώ ή βοηθώ κάποιον να ηρεμήσει.
"To hit a wall"
Φτάνω στα όριά μου: εξαντλούμαι ψυχικά ή σωματικά και δεν μπορώ να συνεχίσω.
"To speak your mind"
Λέω ανοιχτά τη γνώμη μου: εκφράζω ειλικρινά και ευθέως ό,τι σκέφτομαι ή νιώθω.
"To keep your composure"
Διατηρώ την ψυχραιμία μου: μένω ήρεμος και ελέγχω τα συναισθήματά μου σε μια δύσκολη στιγμή.
"To feel out of place"
Νιώθω ξένος, εκτός τόπου: νιώθω άβολα ή ότι δεν ανήκω σε ένα μέρος ή μια ομάδα.
"To blow things out of proportion"
Τα παραφουσκώνω: μεγαλοποιώ ένα πρόβλημα και το κάνω να φαίνεται πολύ χειρότερο απ' ό,τι είναι.
"To take something in stride"
Το παίρνω ψύχραιμα: αντιμετωπίζω μια δύσκολη κατάσταση ήρεμα, χωρίς να ταράζομαι.
"To let your guard down"
Χαλαρώνω τις άμυνές μου: σταματώ να είμαι επιφυλακτικός και δείχνω την ευάλωτη πλευρά μου.
"To be on edge"
Είμαι σε τεντωμένο σχοινί: νιώθω ένταση, νευρικότητα ή εκνευρίζομαι εύκολα.
"To wear your heart on your sleeve"
Δείχνω ανοιχτά τα συναισθήματά μου: δεν κρύβω αυτό που νιώθω.
"To clear the air"
Ξεκαθαρίζω την ατμόσφαιρα: συζητώ ανοιχτά μια διαφωνία ή παρεξήγηση για να φύγει η ένταση.
"To hold a grudge"
Κρατάω κακία: συνεχίζω να είμαι πικραμένος με κάποιον για ένα παλιό λάθος.
"To lose your temper"
Χάνω την ψυχραιμία μου: θυμώνω ξαφνικά πολύ και χάνω τον έλεγχο.
"To vent to someone"
Ξεσπάω σε κάποιον, ξεδίνω: μιλάω ανοιχτά σε κάποιον που εμπιστεύομαι για να βγάλω ό,τι έχω μέσα μου.
"To get off on the wrong foot"
Ξεκινάω στραβά: αρχίζω μια σχέση ή συζήτηση με παρεξήγηση ή κακή εντύπωση.
"To cross paths with someone"
Διασταυρώνονται οι δρόμοι μας: συναντώ κάποιον, συνήθως τυχαία.
"To hit it off immediately"
Ταιριάζουμε αμέσως: δημιουργούμε αμέσως σύνδεση ή φιλία.
"To break the ice"
Σπάω τον πάγο: λέω ή κάνω κάτι για να νιώσουν οι άλλοι άνετα σε μια κοινωνική περίσταση.
"To feel left out"
Νιώθω παραγκωνισμένος: νιώθω ότι με αφήνουν έξω από μια ομάδα, συζήτηση ή δραστηριότητα.
"To play it safe"
Παίζω σίγουρα: επιλέγω την προσεκτική λύση για να αποφύγω περιττά ρίσκα.
"To speak the same language"
Μιλάμε την ίδια γλώσσα: έχουμε τις ίδιες αξίες, ιδέες ή αντίληψη.
"To bite your tongue"
Δαγκώνω τη γλώσσα μου: συγκρατούμαι σκόπιμα για να μην πω κάτι που μπορεί να προσβάλει.
"To clear up a misunderstanding"
Λύνω μια παρεξήγηση: εξηγώ την κατάσταση ώστε να μη μείνουν λάθος εντυπώσεις.
"To beat around the bush"
Τα λέω με περιστροφές: αποφεύγω να μιλήσω ευθέως για ένα θέμα επειδή είναι άβολο ή δύσκολο.
"To read between the lines"
Διαβάζω πίσω από τις γραμμές: καταλαβαίνω το υπονοούμενο ή κρυφό νόημα όσων λέει κάποιος.
"To be on the same page"
Είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος: έχουμε ακριβώς την ίδια αντίληψη ή το ίδιο σχέδιο.
"To play it by ear"
Βλέποντας και κάνοντας: αποφασίζω βήμα βήμα, χωρίς αυστηρό σχέδιο.
"To put yourself in someone else’s shoes"
Μπαίνω στη θέση του άλλου: δείχνω ενσυναίσθηση φανταζόμενος πώς νιώθει ο άλλος.
"To give someone the benefit of the doubt"
Δίνω σε κάποιον το ευεργέτημα της αμφιβολίας: επιλέγω να πιστέψω τις καλές του προθέσεις παρά τις αμφιβολίες.
"To take something with a grain of salt"
Το παίρνω με επιφύλαξη: ακούω μια πληροφορία χωρίς να την πιστεύω εντελώς.
"To touch a sore spot"
Αγγίζω ευαίσθητη χορδή: φέρνω στη συζήτηση ένα θέμα που πληγώνει ή ενοχλεί κάποιον.
"To pour your heart out"
Ανοίγω την καρδιά μου: μοιράζομαι τις πιο βαθιές σκέψεις και τα συναισθήματά μου με απόλυτη ειλικρίνεια.
"To feel like a weight has been lifted"
Νιώθω ότι έφυγε ένα βάρος από πάνω μου: νιώθω μεγάλη ανακούφιση αφού λύθηκε μια έγνοια ή δύσκολη υποχρέωση.
"To have a change of heart"
Αλλάζω γνώμη: αλλάζω άποψη ή απόφαση για κάτι σημαντικό.
"To be at your wits' end"
Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω: είμαι τόσο απογοητευμένος ή εξαντλημένος από ένα πρόβλημα που δεν ξέρω πώς να συνεχίσω.
"To take something to heart"
Το παίρνω κατάκαρδα: με επηρεάζει ή με πληγώνει βαθιά μια κριτική ή ένα σχόλιο.
"To keep a stiff upper lip"
Κρατάω την ψυχραιμία μου: δείχνω θάρρος και καταπνίγω τα συναισθήματά μου σε δύσκολες στιγμές.
"To see eye to eye"
Συμφωνούμε απόλυτα: έχουμε ακριβώς την ίδια άποψη.
"To brush something off"
Το προσπερνάω: αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα ή μια προσβολή ως ασήμαντο και το αγνοώ.
"To be swept away by emotion"
Παρασύρομαι από το συναίσθημα: με κατακλύζουν τόσο τα συναισθήματα που ενεργώ χωρίς να σκεφτώ.
"To put things into perspective"
Βάζω τα πράγματα σε μια σειρά: βλέπω μια κατάσταση σε ευρύτερο, πιο ισορροπημένο πλαίσιο.
"To pull yourself together"
Συνέρχομαι, μαζεύομαι: ξαναβρίσκω τον έλεγχο των συναισθημάτων μου μετά από στενοχώρια ή πανικό.
"To be caught in two minds"
Είμαι διχασμένος: δεν μπορώ να αποφασίσω ανάμεσα σε δύο επιλογές.
"To make amends"
Επανορθώνω: κάνω κάτι καλό για να διορθώσω ένα λάθος ή να φτιάξω μια σχέση.
"To harbor negative feelings"
Τρέφω αρνητικά συναισθήματα: κρατάω μέσα μου πίκρα ή πληγωμένα συναισθήματα για πολύ καιρό.
"To take the high road"
Φέρομαι με αξιοπρέπεια: ενεργώ ηθικά και ώριμα όταν κάποιος άλλος φέρεται άσχημα.
"To find common ground"
Βρίσκω κοινό έδαφος: ανακαλύπτω κοινά ενδιαφέροντα ή σημεία συμφωνίας παρά τις διαφορές.
"To express conditional agreement"
Συμφωνώ υπό όρους: δέχομαι ένα σχέδιο μόνο αν τηρηθούν συγκεκριμένοι όροι ή όρια.
"To offer a soft refusal"
Αρνούμαι ευγενικά: απορρίπτω μια πρόταση ή πρόσκληση με ήπιο τρόπο, χωρίς να προσβάλω.
"To validate someone's feelings"
Αναγνωρίζω τα συναισθήματα του άλλου: δείχνω ότι τα συναισθήματά του είναι κατανοητά και δικαιολογημένα.
"To establish clear boundaries"
Θέτω ξεκάθαρα όρια: λέω ρητά ποια είναι τα όριά μου για να προστατεύσω τον χρόνο και την ενέργειά μου.
"To smooth things over"
Εξομαλύνω τα πράγματα: μειώνω την ένταση ή διορθώνω τη ζημιά μετά από καβγά ή λάθος.
"To feel a sense of accomplishment"
Νιώθω ότι πέτυχα κάτι: νιώθω περηφάνια και ικανοποίηση αφού πετύχω έναν προσωπικό στόχο.