Η διαφορά ανάμεσα σε used to (συνήθεια στο παρελθόν), be used to (είμαι συνηθισμένος σε) και get used to (συνηθίζω σε). Ένα από τα πιο συχνά λάθη, εξηγημένο απλά.
I used to live in London.
Κάποτε έμενα στο Λονδίνο. Συνήθεια ή κατάσταση στο παρελθόν που δεν ισχύει πια.
She used to smoke.
Κάποτε κάπνιζε. Πια όχι.
We used to play football every weekend.
Παλιά παίζαμε ποδόσφαιρο κάθε Σαββατοκύριακο.
Did you use to live in Rome?
Έμενες κάποτε στη Ρώμη; (Στην ερώτηση: use to, όχι used to)
I didn't use to like coffee.
Παλιά δεν μου άρεσε ο καφές. (Άρνηση: didn't use to)
I am used to the noise.
Έχω συνηθίσει τον θόρυβο. Δεν με ενοχλεί πια.
She is used to working long hours.
Είναι συνηθισμένη να δουλεύει πολλές ώρες.
Are you used to the cold weather?
Έχεις συνηθίσει τον κρύο καιρό;
I'm not used to spicy food.
Δεν είμαι συνηθισμένος στο καυτερό φαγητό.
He's used to driving on the right.
Έχει συνηθίσει να οδηγεί στα δεξιά.
I'm getting used to the new job.
Συνηθίζω σιγά σιγά τη νέα δουλειά. Είναι μια διαδικασία.
She got used to waking up early.
Συνήθισε να ξυπνάει νωρίς.
You'll get used to it.
Θα το συνηθίσεις. Θα πάρει λίγο χρόνο.
I can't get used to this weather.
Δεν μπορώ να συνηθίσω αυτόν τον καιρό.
It took me a year to get used to England.
Μου πήρε έναν χρόνο να συνηθίσω την Αγγλία.
I used to walk to school. (past habit)
Παλιά πήγαινα στο σχολείο με τα πόδια.
I'm used to walking long distances. (now I'm comfortable)
Είμαι συνηθισμένος να περπατάω μεγάλες αποστάσεις.
I'm getting used to walking everywhere. (still adapting)
Συνηθίζω να πηγαίνω παντού με τα πόδια.
He used to be shy.
Κάποτε ήταν ντροπαλός.
We're not used to such humidity.
Δεν είμαστε συνηθισμένοι σε τέτοια υγρασία.
Did you use to play any sports?
Έκανες κάποιο άθλημα παλιά;
Are you getting used to your new colleagues?
Συνηθίζεις τους νέους σου συναδέλφους;
She's used to it by now.
Το έχει συνηθίσει πια.
I never got used to the time difference.
Δεν συνήθισα ποτέ τη διαφορά ώρας.
Will you ever get used to it?
Θα το συνηθίσεις ποτέ;