Ακαδημαϊκές λέξεις που εμφανίζονται ξανά και ξανά στα κείμενα του TOEFL Reading, από την επιστήμη, την ιστορία και την τέχνη.
abundant
Άφθονος (present in large quantities).
accumulate
Συσσωρεύω (to gather over time).
adapt
Προσαρμόζομαι (to adjust to new conditions).
adjacent
Γειτονικός, διπλανός (next to).
advent
Έλευση, εμφάνιση (the arrival of something).
aesthetic
Αισθητικός (relating to beauty).
ambiguous
Διφορούμενος, αμφίσημος.
analogous
Ανάλογος, παρόμοιος (similar in some way).
apparent
Φανερός, προφανής.
arid
Άνυδρος, ξηρός (very dry).
aspect
Πτυχή, όψη (a particular part of something).
attribute
Χαρακτηριστικό, ιδιότητα (ουσ.) / αποδίδω (ρ.).
barren
Άγονος, στείρος.
blend
Αναμειγνύω, συνδυάζω (to mix).
boundary
Όριο, σύνορο.
catalyst
Καταλύτης.
cease
Παύω, σταματώ.
characteristic
Χαρακτηριστικό (ουσ.), χαρακτηριστικός (επίθ.).
cluster
Συστάδα, ομάδα (ουσ.) / συγκεντρώνομαι (ρ.).
coincide
Συμπίπτω (χρονικά).
collide
Συγκρούομαι.
commence
Αρχίζω (επίσημο).
competent
Ικανός, επαρκής.
complex
Σύνθετος, περίπλοκος.
comprise
Περιλαμβάνω, αποτελούμαι από.
conclusive
Καθοριστικός, οριστικός.
constant
Σταθερός, συνεχής.
contemporary
Σύγχρονος.
convey
Μεταδίδω, μεταφέρω (ένα μήνυμα).
core
Πυρήνας, ουσία.
crucial
Καίριος, ζωτικής σημασίας.
cultivate
Καλλιεργώ (γη) / καλλιεργώ, αναπτύσσω (μια ικανότητα).
depict
Απεικονίζω, περιγράφω.
derive
Προέρχομαι από, αντλώ.
detect
Ανιχνεύω, εντοπίζω.
deviate
Αποκλίνω, παρεκκλίνω.
diffuse
Διαχέομαι (ρ.) / διάχυτος (επίθ.).
dispute
Διαφωνία, διαμάχη (ουσ.) / αμφισβητώ (ρ.).
distinct
Διακριτός, ευδιάκριτος.
diverge
Αποκλίνω, διακλαδίζομαι.
domain
Τομέας, πεδίο.
dormant
Αδρανής, σε λήθαργο.
dwell
Κατοικώ / σταματώ σε κάτι, επιμένω σε κάτι (dwell on).
elevate
Ανυψώνω, ανεβάζω.
emerge
Αναδύομαι, εμφανίζομαι.